Η Ελλάδα πρωταθλήτρια στις αγορές από Κινεζικές πλατφόρμες.
Κάθε φορά που βγαίνει έρευνα για Temu και Shein, η συζήτηση στα ελληνικά eshops καταλήγει στο ίδιο σημείο: αθέμιτος ανταγωνισμός και τελωνεία. Μετά όλοι γυρνούν στη δουλειά τους, θεωρώντας ότι το θέμα αφορά προϊόντα των οκτώ ευρώ.
Τα στοιχεία της ΕΚΤ λένε κάτι πιο ενοχλητικό.
Στην ευρωζώνη, το 52% των καταναλωτών έχει αγοράσει τουλάχιστον μία φορά από κινεζική πλατφόρμα. Στην Ελλάδα το ποσοστό φτάνει το 79%, το υψηλότερο της ζώνης. Ακολουθούν Πορτογαλία με 77% και Ισπανία με 69%. Στη Γερμανία είναι 40%, στη Γαλλία 43%.
Η ΕΚΤ αποδίδει αυτές τις διαφορές σε καταναλωτικές συνήθειες, αναγνωρισιμότητα των πλατφορμών, υποδομές διανομής, εμπιστοσύνη και στις τοπικές εναλλακτικές του λιανεμπορίου. Το τελευταίο σκέλος αφορά εμάς, όχι εκείνους.
Και μετά έρχεται το κομμάτι που δεν σχολιάστηκε αρκετά.
Από την 1η Ιουλίου ισχύει χρέωση 3 ευρώ σε δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ. Στο Λιέγη, μία από τις βασικές πύλες εισόδου στην Ευρώπη, οι αποστολές ecommerce έπεσαν 24% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο και 41% σε σχέση με τον Ιούνιο. Την ίδια στιγμή, οι B2C αποστολές από Κίνα με αξία πάνω από 150 ευρώ αυξήθηκαν 10%.
Το μέτρο δούλεψε εκεί ακριβώς που στόχευε. Ο όγκος όμως δεν εξαφανίστηκε, ανέβηκε κατηγορία. Μετακινήθηκε στη ζώνη τιμών όπου τα περισσότερα ελληνικά eshops βγάζουν το περιθώριό τους, και όπου μέχρι τώρα ένιωθαν ασφαλή επειδή «αυτοί πουλάνε φθηνά πράγματα».
Η ΕΚΤ καταλήγει ότι η γεωπολιτική αφήνει αδιάφορους τους καταναλωτές, ενώ η τιμή όχι. Αν λοιπόν το μόνο που κρατάει έναν πελάτη σε ένα ελληνικό eshop είναι ότι το κινεζικό αντίστοιχο αργεί δύο εβδομάδες, αυτό το πλεονέκτημα έχει ημερομηνία λήξης. Λύνεται με warehouse και μεταφορικά, όχι με στρατηγική.
Το 79% δεν μετράει πόσο επιθετικές είναι οι πλατφόρμες. Μετράει πόσο εύκολα βρήκαν κενό.
